Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2013

Γιατί οι Θεσπιείς ήταν πιο μάγκες...

Η υγρασία κι η ζέστη άφηναν τα σημάδια τους πάνω στις ασπίδες. Τις είχαν φτιάξει έμπειρα αμόνια των Θεσπιών. Τα συγκεκριμένα τα έκαναν ειδική παραγγελία αρχές του Ιούλη (σημερινή ημερομηνία). Ήταν ακουμπισμένες με τρόπο που πρόδιδε την κόπωση μετά από δύο μέρες μάχης.

Οι Θεσπιείς είχαν αράξει κάτω από την πυκνή βλάστηση που άγγιζε τα νερά του Μαλιακού Κόλπου, ενώ οι λιγότεροι σε αριθμό Σπαρτιάτες ακόνιζαν τα σπαθιά τους και ξεκουράζονταν κάνοντας πουσάπς. Ο Διθύραμβος ψιθυρίζει στον Δημόφιλο: «Αρχηγέ, είδες τούτους εδώ πόσο στρατόκαυλοι είναι; Με το συμπάθιο αρχηγέ αλλά μόλις τελειώσει ο πόλεμος ούτε περιστέρι δεν θα τους στείλω. Θα γυρίσω στα χωράφια μου και στα ζώα μου». «Το ίδιο σκέφτομαι και εγώ ρε παιδί μου. Καλά τα έλεγαν ότι ετούτοι το έχασαν το μυαλό τελείως» απαντά ο αρχηγός των Θεσπιέων.

Λίγο πιο πέρα ήταν ένας φαφλατάς Φωκέας ο οποίος περιέγραφε τα κατορθώματα των δύο προηγούμενων ημερών στο πεδίο της μάχης. Ακροατές του ήταν κάτι είλωτες αλλά και κάτοικοι της περιοχής, κτηνοτρόφοι κατά κύριο λόγο. Ένας απ’ αυτούς λεγόταν Εφιάλτης. Ήταν Έλληνας στο αίμα, όπως και ο Λεωνίδας και ο Δημόφιλος. Αν και τότε άρχιζαν να προσδιορίζονται ως Έλληνες. Δεν υπήρχε «εθνική» ταυτότητα, παρά μόνο η ταυτότητα του πολίτη μιας πόλης. Ο Εφιάλτης, λοιπόν, κοίταζε με θαυμασμό τα κατορθώματα των Ελλήνων κρατώντας σιωπηρά τις επιφυλάξεις του για το κατά πόσο μπορεί να νικηθεί αυτός ο πόλεμος. Πάντως μάντης δεν ήταν…

Δύο Θεσπιείς στρατιώτες έξυναν τις πατούσες τους δίπλα σε ένα αγκωνάρι και λησμονούσαν τις μέρες πριν την προετοιμασία για τον πόλεμο. «Θέλω να ξανακούσω τα κουδουνάκια απ’ τα ζώα μου» λέει ο Σελιανιτήλαος φωνάζοντας έπειτα ότι «ΝΑΙ, θα γυρίσω και στο πανηγύρι των Ερωτιδίων θα γαμήσω και την κόρη του Μελισσάριου. Το αποφάσισα!». Ο Μπαϊρακταριναίος ο Καζινεύς σηκώνει το σπαθί του ψηλά και καθρεφτίζει τις ακτίνες του ήλιου στα μάτια ενός στρατόκαυλου Σπαρτιάτη. Οι δυο Θεσπιείς γελούν χορταστικά με τους Σπαρτιάτες που έχουν αφιερώσει τα λίγα χρόνια της νιότης και της ζωής τους στον πόλεμο και το μίσος. Τα χέρια τους δεν τα έβαφε το κόκκινο κρασί της Κοιλάδας των Μουσών, αλλά το αίμα των ειλώτων και των «εχθρών» της Λακωνικής πόλης. Οι γιορτές τους φάνταζαν τελετές των Ναζί, σε αντίθεση με εκείνες των Θεσπιών… τα Ερωτίδια…

Στη Σπάρτη γεννήθηκε η στρατοκαυλίαση. Στις Θεσπιές ο έρωτας. «Ο θεός Έρωτας, ξέρετε, λατρεύεται στα μέρη μου. Έχουμε και το φτερωτό άγαλμά του έφηβου Έρωτα. Νεαρά ζευγάρια παίρνουν κάθε χρόνο την ευχή του, ενώ ακόμη και τους νεκρούς μας τους προστατεύει η πιο όμορφη των θεοτήτων, η (μέλαινης) Αφροδίτη». Με αυτά τα λόγια ο Σελιανιτήλαος μάζεψε γύρω πολλούς επισκέπτες, είλωτες και στρατιώτες.

Δίπλα απ’ τον Εφιάλτη είχε κοπιάσει και ένας άλλος Μαλιέας, ο Τραχίναιος, ο οποίος με διάθεση περιπαικτική διακόπτει λέγοντας ότι «αν δεν είχαμε όμως τους Σπαρτιάτες θα ήμασταν στάχτη από προχτές». Ο Σελιανιτήλαος σηκώθηκε προσβεβλημένος θυμίζοντας τα λόγια του 60χρονου βασιλιά Λεωνίδα (που καμία σχέση δεν έχει με το τζόβενο που παρουσιάζεται ως Λεωνίδας στο μνημείο των Θερμοπυλών). Ο Λεωνίδας μίλησε με λόγια συγκινητικά για την παραδειγματική ανδρεία των Θεσπιέων. Για τους ρωμαλέους αγρότες και κτηνοτρόφους που μετά τους Σπαρτιάτες (οι οποίοι ήταν πολεμική μηχανή) είχαν την καλύτερη απόδοση στα χώματα του στενού των Θερμοπυλών. «Εμείς εδώ θα πεθάνουμε για δύο πράγματα. Για τις οικογένειες που είναι πιο κάτω στις πόλεις μας και για τον κλήρο μας που βγάζει τους καρπούς της ζωής μας. Όμως, υπάρχει και ένα άλλο. Εμείς θα πεθάνουμε για την αθανασία. Χωρίς αποστολή. Χωρίς νόμους και κανόνες. Οι Θεσπιείς θα μείνουν εδώ μέχρι το τέλος ως όρκο τιμής απέναντι στις οικογένειες και την πόλη μας».

Εκείνο το πρωί τα τζιτζίκια δεν έδιναν ρυθμό. Κάτι τύμπανα μόνο από πίσω απ’ το βουνό έδειχναν ότι ο Περσικός στρατός ετοιμαζόταν για τρίτη μέρα επίθεσης. Για τον Εφιάλτη τα τύμπανα αυτά ακούγονταν σαν από μπάντα νεκρώσιμης ακολουθίας. Για τους υπόλοιπους σαν το τρίτο καμπανάκι σε θέατρο πολέμου.

Η πρώτη σταγόνα αίματος έπεσε πάνω στο ξεραμένο μαύρο ποτάμι που δημιούργησαν τα νεκρά σώματα των στρατιωτών της προηγούμενης μέρας. Φωνές, κραυγές, ιαχές, χτυπήματα μετάλλου με μέταλλο ακούγονταν κάτω απ’ τον εκκωφαντικό ήχο της εκτόνωσης των κομμένων αρτηριών. Ο Μπαϊρακταριναίος ο Καζινεύς πατούσε πάνω σε ακρωτηριασμένους Πέρσες σκοτώνοντας όποιον κρατούσε ψάθινη ασπίδα.

Όλοι είχαν το πρόσωπο στραμμένο στον κοινό εχθρό. Ένας Έλληνας μόνο έστρεψε την πλάτη του. Οι Αθάνατοι περπατούσαν με ρυθμό την Ανοπαία ατραπό. Ένα μυστικό μονοπάτι που μόνο κτηνοτρόφοι γνώριζαν και οι 1.000 Φωκείς που το φυλούσαν μετά από εντολή του Λεωνίδα.

Το νέο μαθεύτηκε. Αγγελιαφόροι τον μήνυσαν στον Λεωνίδα που άμεσα πρόσταξε υποχώρηση όλων των δυνάμεων πλην των Σπαρτιατών. Εκείνοι θα καθόντουσαν. Ένας Θηβαίος φιλο-πέρσης αναρωτήθηκε «καλά οι Σπαρτιάτες γιατί δεν φεύγουν;». Ένας νέος απ’ τις Πλαταιές του απάντησε αυθόρμητα ότι «έφυγαν απ’ την πατρίδα τους με αποστολή να γυρίσουν ή νικητές ή νεκροί. Είναι άτιμο να φύγουν πίσω».

Αποχωρώντας οι ελληνικές δυνάμεις είδαν τους Θεσπιείς που είχαν απομείνει ζωντανοί να ακονίζουν τα μαχαίρια τους και να χορεύουν κάτι που θύμιζε το σημερινό καγκέλι! Εκείνοι θα έμεναν. Χωρίς αποστολή. Χωρίς διαταγή. Χωρίς υποχρέωση. Μοναδική υποχρέωση η οικογένεια, ο κλήρος, η αξιοπρέπεια. Ήταν εκεί όπου ενώ η στρατιωτική λογική επιτάσσει υποχώρηση, ορισμένοι μεθούν απ’ το κρασί της αθανασίας και παραμένουν στο λιμάνι του Αχέροντα αναμένοντας το επόμενο δρομολόγιο.

Η νύχτα έπεσε. Οι Πέρσες έκαιγαν νεκρούς. Έλληνες και Πέρσες. Στην Σπάρτη πήγαινε το νέο, ενώ στις Θεσπιές είχε ήδη ξεκινήσει η προετοιμασία για την επερχόμενη προέλαση των Περσών στον Βοιωτικό κάμπο.

Η μυρωδιά της σάρκας έφτιαξε σύννεφο μνήμης πάνω απ’ τις Θερμοπύλες.

«Άραγε τη γλέντησε τη ζωή του ο Δήλιος ο Σπαρτιάτης;» λέει ο Σελιανιτήλαος ο ΣΤ’ στον πατέρα του. «Όχι παιδί μου. Στρατός για μια ζωή. Πόλεμος για τον πόλεμο. Ζωή για τον θάνατο. Ζωή σαν τίποτα» απαντά ο γέρος Σελιανιτήλαος ο Ε’. «Και ο παππούς, μπαμπά;». «Ο παππούς, παιδί μου, τη γλέντησε τη ζωή του ως ελεύθερος οικογενειάρχης, γαιοκτήμονας. Τραγουδούσε, χόρευε, συμμετείχε στα Ερωτίδια και σε εκδηλώσεις της πόλης. Δεν είχε κολλημένο το μυαλό του στον θάνατο, αλλά στη Ζωή. Δεν αγαπούσε το σκοτάδι, αλλά το φως. Το σκοτάδι το ξόρκιζε με τον Έρωτα. Έβαλε την Αφροδίτη στο μαύρο ώστε να ομορφύνει την ασχήμια του θανάτου. Έπινε κρασί και το βράδυ καλωσόριζε ξένους κερνώντας τους κρασί και λέγοντάς τους παραμύθια του Ησίοδου. Δεν μισούσε όπως μισούσε ο Σπαρτιάτης τον ξένο (ξενηλασία). Αγαπούσε όπως αγαπούσε ο Έρωτας. Ζούσε.»

«Μπαμπά, φαντάζεσαι μετά από αιώνες, ο κόσμος να θυμάται μόνο τους στρατόκαυλους Σπαρτιάτες και λίγοι να μιλούν για τον παππού;». «Παιδί μου, το ζήτημα δεν είναι ποιον θα θυμούνται, αλλά γιατί θα τον θυμούνται. Κάποια στιγμή δεν θα είναι πρότυπο η θυσία των Σπαρτιατών και των Θεσπιέων, αλλά μόνο η ζωή των Σπαρτιατών. Κάποια στιγμή πρότυπο θα είναι το σκοτάδι και όχι το φως. Κάποια στιγμή ορισμένοι θα ονειρεύονται Κρυπτεία κι όχι Ερωτίδια. Κάποια στιγμή κάποιοι θα ονειρεύονται θάνατο και κάποιοι γλέντια αθάνατα. Κάποια στιγμή δέκα θα επιτίθενται σε έναν και θα αυτοαποκαλούνται Σπαρτιάτες ή Θεσπιείς. Κάποια στιγμή τα χώματα αυτά θα πατούν άξιοι και ανάξιοι. Μόνο που οι ανάξιοι θα περνιούνται για άξιοι. Και οι άξιοι προδότες.»

4 σχόλια:

  1. ευγε Θεσπιέα Πρέσφιλντ!ωραιότατο και άκρως νοηματικό.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. κρίμα που πραγματώνεται η "προφητεία" σου!

    Σημασία δεν έχει απο που έρχεσαι... αλλά που πηγαίνεις! Είθε να καταφέρουμε να γίνουμε πολλοί οι προδότες!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Παρακαλώ στην έκφραση της γνώμη σας με κόσμιο και μη προσβλητικό τρόπο. Το περιεχόμενο των σχολίων θα κριθεί ως προς την προσβολή ηθών και προσωπικοτήτων και ενδεχομένως να διαγραφεί. Ο Admin δεν φέρει καμία ευθύνη για το περιεχόμενο των σχολίων.